Δημοτική ενότητα ΛΑΜΠΗΣ (65)
Υποκατηγορίες
Ένα από τα 21 χωριά του Δήμου Λάμπης είναι και οι Μέλαμπες που βρίσκονται στη βόρεια πλαγιά της Βουβάλας. Η απόσταση του χωριού από το Ρέθυμνο είναι 47 χιλ. και φθάνει κανείς αν από το 42ο χιλιόμετρο του δρόμου Ρέθυμνο – Αγ.Γαλήνη παρακάμψει δεξιά και προχωρήσει 5 χιλ. Από την Αγ. Γαλήνη φθάνει ο επισκέπτης αν διανύσει 10 χιλιόμετρα από τον παλιό, ανηφορικό αλλά μαγευτικό δρόμο προς το Ρέθυμνο, διαδρομή που του δίδει τη δυνατότητα να απολαύσει κάτω από τα πόδια του μια μοναδική θέα θάλασσας και στεριά .
Απέναντι από τις Μέλαμπες και σε απόσταση, που ο ορίζοντας επιτρέπει στο μάτι να χορτάσει θέα βρίσκεται ο Ψηλορείτης που έχει υψόμετρο 2500 μ. και το Κέντρος 1500 μ.. Το Λυβικό Πέλαγος αν και δεν φαίνεται από το χωριό απέχει 8 χιλ. νότια.. Το υψόμετρο του χωριού είναι 550 μ. και στην τελευταία απογραφή είχε 950 κατοίκους.
Από το 1881 και για πολλά χρόνια υπήρξε έδρα ομώνυμου Δήμου που περιλάμβανε ακόμη τα χωριά Σακτούρια, Αγ. Γαλήνη, Κρύα Βρύση, Ορνέ.
Οι υπηρεσίες που λειτουργούν σήμερα στο χωριό είναι το Συμβούλιο του Δημοτικού Διαμερίσματος, η Ενορία, το Γυμνάσιο, Δημοτικό Σχολείο, το Νηπιαγωγείο, το Αγροτικό Ιατρείο, ο Πολιτιστικός Σύλλογος, ο Σύλλογος Γυναικών, ο Αγροτικός Συνεταιρισμός, ο Αθλητικός Όμιλος.
Τσουρδαλάκης Αντώνης
Πρόεδρος Πολιτιστικού Συλλόγου Μελάμπων
Αντιδήμαρχος Δ. Λάμπης
Αρχαιολογικοί χώροι είναι η ίδια η εκκλησία «της Παναγίας της Λαμπηνής» ναός τοιχογραφημένος, αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου και ο επίσης τοιχογραφημένος ναός του Αγίου Γεωργίου.
Το ετήσιο πανηγύρι του χωριού γίνεται στις 15 Αυγούστου. Ιδιαίτερα τιμάται κάθε χρόνο, στις 20 Ιανουαρίου, η επέτειος του Ολοκαυτώματος.
Τα σπουδαιότερο αξιοθέατο της Λαμπηνής είναι ο ίδιος ο οικισμός και η αρχιτεκτονική του.
Τα στενά δρομάκια, οι γειτονιές, η πλατεία συνθέτουν ένα σύνολο εξωτερικών στοιχείων, που σε συνδυασμό με τον αρχαιολογικό χώρο του βυζαντινού ναού και τις περιπατικές διαδρομές περιφερειακά του οικισμού, οι οποίες βρίσκονται μέσα σε ένα εκπληκτικό τοπίο από πανύψηλα πλατάνια και τα νερά της Πάνω, της Κάτω και της Πέρα Βρύσης, δημιουργεί ένα μίγμα ιδιαίτερα ελκυστικό για τους επισκέπτες.
Η Λαμπηνή είναι Τοπική Κοινότητα του Δήμου Αγίου Βασιλείου, της Περιφερειακής Ενότητας Ρεθύμνου. Απέχει από το Ρέθυμνο 25 χιλιόμετρα και 1 χιλιόμετρο περίπου από την επαρχιακή οδό Ρεθύμνου – Αγίας Γαλήνης, με την οποία συνδέεται με διακλάδωση αριστερά, στο χωριό Μιξόρρουμα.
Eίναι χτισμένη σε υψόμετρο 460 μέτρων, έχει θαυμάσιο κλίμα και κατά την τελευταία απογραφή (2011) είχε πληθυσμό 128 κατοίκους.
Βόρεια του χωριού και εντός της κτηματικής του περιφέρειας λειτουργεί σκοπευτήριο, ενώ στην είσοδό του υπάρχει η αθλητική εγκατάσταση γηπέδου 5Χ5.
Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία.
Η πιθανότερη εκδοχή για την ονομασία της είναι αυτή που υποστηρίζει ότι οφείλεται στην εκκλησία της «Παναγίας της Λαμπηνής».
Πρόκειται για σταυροειδή βυζαντινό ναό, με τρούλο, τοιχογραφημένο, στην κόγχη του ιερού του οποίου αποκαλύφθηκε, τη δεκαετία του 1950, τοιχογραφία της Θεοτόκου, που φέρει την επιγραφή: «Η ΛΑΜΠΗΝΗ».
Η Λαμπηνή υπήρξε, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, έδρα της Επισκοπής Λάμπης, η οποία περιελάμβανε τις Επαρχίες Αγίου Βασιλείου και Αμαρίου, στις οποίες αργότερα προστέθηκε και η Επαρχία Σφακίων. Λάμπη ονομαζόταν, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, και η περιοχή της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου.
Tο Ολοκαύτωμα της Λαμπηνής
Στην εκκλησία της «Παναγίας της Λαμπηνής» γράφτηκε, κατά το τελευταίο έτος της Ελληνικής Επανάστασης, δηλ. το 1829, μια τραγική σελίδα της ιστορίας. Συγκεκριμένα, σε μια επιδρομή των Τούρκων, στις 20 Ιανουαρίου 1829, ημέρα Κυριακή, εορτή του Οσίου Ευθυμίου, όταν οι κάτοικοι του χωριού βρίσκονταν ανυποψίαστοι στην εκκλησία και παρακολουθούσαν τη θεία λειτουργία, οι Τούρκοι μπήκαν μέσα στην εκκλησία και έσφαξαν όλους τους άντρες και στη συνέχεια τους έκαψαν.
Τα γυναικόπαιδα, που ήταν μέσα στην εκκλησία και όσα άλλα είχαν βρεθεί στα σπίτια τους, τα οδήγησαν στο Ρέθυμνο και στη συνέχεια τα πούλησαν στα σκλαβοπάζαρα. Τον παπα-Παναγιώτη δεν τον έσφαξαν, αλλά τον μετέφεραν και αυτόν στο Ρέθυμνο, όπου την άλλη μέρα ταλαιπωρημένος, κακοποιημένος και εξουθενωμένος πέθανε μέσα σ' ένα Τζαμί, «στη Σοχώρα», στο οποίο τον έσυρε ένας Χότζας, ελευθερώνοντάς τον από το αγριεμένο πλήθος των αλλόθρησκων, γιατί τον λυπήθηκε.
Αρχηγός της επιδρομής ήταν ο Αλμπάνης, απόγονος Ενετών φεουδαρχών οι οποίοι είχαν αλλαξοπιστήσει. Ο Αλμπάνης, που ήταν μεγάλος γαιοκτήμονας, διατηρούσε αρχοντικό στη Λαμπηνή, το οποίο σώζεται και μεγάλη περιουσία όχι μόνο στη Λαμπηνή, αλλά και στο Πέραμα και στην Αγία Τριάδα και στην περιοχή, που σήμερα εξακολουθεί να φέρει το όνομά του, «του Αλμπάνη το Μετόχι». Εξαιτίας της Ελληνικής Επανάστασης, ο Αλμπάνης, όπως και πολλοί Τούρκοι της περιοχής, είχε εγκαταλείψει τη Λαμπηνή και κατοικούσε στο Ρέθυμνο, από το οποίο με το ασκέρι του εξορμούσε εναντίον των ανυπότακτων χωριών. Οι κλεισμένοι μέσα στην εκκλησία είχαν και ένα μικρό αριθμό όπλων, άχρηστων στην ουσία, γιατί η εκκλησία δεν είχε τα σημερινά παράθυρα και τα μοναδικά ανοίγματά της ήταν η πόρτα και οι φεγγίτες του τρούλου. Παρ' όλα αυτά, είναι μαρτυρημένο ότι πρόβαλαν αντίσταση και ότι αντάλλαξαν πυροβολισμούς με τους Τούρκους, από τους οποίους σκοτώθηκαν δυο-τρεις Τούρκοι.
Οι Τούρκοι καλούσαν τους Χριστιανούς να παραδοθούν, αλλά συναντούσαν την άρνησή τους. Και τότε μεταχειρίστηκαν τον εξής τρόπο, για να τους εξαναγκάσουν σε παράδοση. Βουτούσαν σε λάδι πανιά, τα άναβαν και τα έριχναν μέσα στην εκκλησία από τους φεγγίτες του τρούλου. Στη συνέχεια έβαλαν φωτιά και στην πόρτα της εκκλησίας και μπήκαν μέσα. Στη Λαμπηνή έχουμε μια μισοτελειωμένη λειτουργία, όπως και στην Κωνσταντινούπολη.
Μια καλόγρια – γιατρός από τη Λαμπηνή
Η επανάσταση του 1821 βρήκε στο ερειπωμένο σήμερα μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους, στα Σφακιά, μια καλόγρια από τη Λαμπηνή, που το μοναστικό της όνομα ήταν Μαγδαληνή. Οι πληροφορίες για την καλόγρια αυτή διασώθηκαν, απ' όσα αναφέρει γι' αυτήν ο Επίσκοπος Ιεροσητείας Γρηγόριος Παπαδοπετράκης, στο βιβλίο του: «Ιστορία των Σφακίων», που πρωτοεκδόθηκε στην Αθήνα, το 1888 και ανατυπώθηκε και πάλι στην Αθήνα, το 1971 και από δυο παραδόσεις, που είναι καταχωρημένες στο αρχείο του γνωστού Ρεθεμνιώτη λαογράφου Παύλου Βλαστού, τις οποίες παραθέτει ο Νίκος Ψιλάκης στο βιβλίο του: «Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης». Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, η Μαγδαληνή αναγκάστηκε να φύγει από τη Λαμπηνή, γιατί την ήθελε για γυναίκα του ο Αχμέτης Αλμπάνης, που κατοικούσε στη Λαμπηνή και ήταν λεπρός. Ο Αχμέτης ήταν αδελφός του Οσμάν Αλμπάνη, του «αιμοβόρου εσπέχη», που κατοικούσε στο Ρέθυμνο.
Η Μαγδαληνή διδάχθηκε τα γράμματα και τις ιατρικές γνώσεις από ένα γέροντα μοναχό, ο οποίος ήταν πρακτικός γιατρός και είχε στην κατοχή του κάποιο ιατροσόφιο, το οποίο μετά το θάνατό του κληρονόμησε η Μαγδαληνή. Σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης, αλλά και μετά απ' αυτήν, στη Μαγδαληνή κατέφευγαν οι άρρωστοι και οι πληγωμένοι, για να τους θεραπεύσει και να περιποιηθεί τις πληγές τους, καθώς, όπως αναφέρεται, είχε και χειρουργικές γνώσεις.
Με τη Μαγδαληνή συνδέεται και η αποχώρηση των Τούρκων από μια επιδρομή στα Σφακιά, γιατί, όταν οι Τούρκοι τη συνέλαβαν και την επίεζαν να τους υποδείξει σε ποιο μέρος έχουν καταφύγει οι Σφακιανοί επαναστάτες, τους απάντησε παραπλανητικά, ότι πριν από μια μέρα έφυγαν από τα Σφακιά, για να επιτεθούν στο Ρέθυμνο και στις ανατολικές επαρχίες, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να εγκαταλείψουν τα Σφακιά και να γυρίσουν στα μέρη τους, για να προστατεύσουν τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους. Με τη Μαγδαληνή επίσης συνδέεται το οδυνηρό καθήκον της φροντίδας για τους νεκρούς, μετά τη μάχη του Φραγκοκάστελλου, στις 18 Μαΐου του 1828. Η Μαγδαληνή ήταν εκείνη που φρόντισε για την περισυλλογή των πτωμάτων, την ταφή των νεκρών και την καύση των πτωμάτων των Τούρκων. Η Μαγδαληνή είναι επίσης εκείνη, η οποία αναγνώρισε το ακέφαλο πτώμα του Χατζή Μιχάλη Νταλιάνη και αφού φρόντισε να βρει και το κεφάλι του, που οι Τούρκοι το είχαν μεταφέρει στο Καψοδάσος, το έθαψε στον περίβολο του έρημου σήμερα μοναστηριού.
Αγωνιστές στις Κρητικές Επαναστάσεις 1866-1898
Η Λαμπηνή, και μετά το Ολοκαύτωμα, δεν απουσίασε από τις αλλεπάλληλες Κρητικές Επαναστάσεις, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα αρχικά την Αυτονομία και στη συνέχεια την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Ως επώνυμοι αγωνιστές αυτής της περιόδου, από τη Λαμπηνή, έχουν καταγραφεί ο Ηλίας Απανωμεριτάκης και ο Ιωάννης Περράκης, ο οποίος όμως αναφέρεται ως Περακάκης.
Εθελοντές στο Μακεδονικό Αγώνα 1903-1908
Καταγραμμένος εθελοντής οπλίτης στο Μακεδονικό Αγώνα, από τη Λαμπηνή, ήταν ο Σηφάκης Μιχαήλ του Ιωσήφ, ο οποίος όμως αναφέρεται ως Σεμιτσακός Μιχαήλ, που σκοτώθηκε στο Μοναστήρι. Καταγραμμένος εθελοντής οπλίτης ήταν επίσης ο Φουράκης Εμμανουήλ του Παναγιώτη, ο οποίος έλαβε μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα και είχε την τύχη να επιστρέψει ζωντανός. Από επιστολή της ιστορικής αυτής περιόδου (αρχείο Γεωργίου Περπιράκη) προκύπτει ότι εθελοντής οπλίτης ήταν και ο Αντωνογιαννάκης Μάρκος του Ιωάννη, ο οποίος όμως αναφέρεται ως Κάβος και ο οποίος είχε επίσης την τύχη να επιστρέψει ζωντανός.
Εθελοντές στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913
Εθελοντής οπλίτης ήταν ακόμα ο καταγόμενος από τη Λαμπηνή Περάκης Κωνσταντίνος του Μάρκου, ο οποίος κατετάγη στον ελληνικό στρατό και τραυμα¬τίστηκε θανάσιμα, στην ευρύτερη περιοχή των Ιωαννίνων και συγκεκριμένα στο Μπιζάνι, στις 20 Φεβρουαρίου 1913, την προηγούμενη δηλαδή της απελευθέ¬ρωσης των Ιωαννίνων, από τον ελληνικό στρατό.
Συμμετοχή στους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Εκστρατεία της Μικράς Ασίας και το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο 1912-1941
Η Λαμπηνή, και πριν αλλά και μετά την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, είχε τους αντιπροσώπους της σε όλους τους απελευθερωτικούς και αμυντικούς πολέμους της πατρίδας μας, που ήταν οι επίστρατοι των αντίστοιχων ηλικιών. Καθένας απ' αυτούς έγραψε τη δική του προσωπική ιστορία και έζησε τη δική του προσωπική οδύσσεια. Τα Διπλώματα απονομής αναμνηστικών μεταλλίων, τοποθε¬τημένα αλλού σε περίοπτους και αλλού σε ιδιαίτερους, προσωπικούς χώρους των σπιτιών, μαρτυρούν τους πολέμους ή και τις μάχες στις οποίες έλαβαν μέρος.
Εθελοντές στη Μάχη της Κρήτης το 1941
Μόλις οι Λαμπηθιανοί πληροφορήθηκαν την πτώση των Αλεξιπτωτιστών, πολλοί από αυτούς άοπλοι ή οπλισμένοι με γεωργικά εργαλεία, κυρίως τσεκούρια, κατευθύνθηκαν αυθόρμητα και ανοργάνωτα προς το Ρέθυμνο. Όπλα δεν τους εδόθηκαν και επέστρεψαν στο χωριό, χωρίς να εμπλακούν στα γεγονότα. Ένοπλοι ήταν ο Γεώργιος Αντωνακάκης, ο οποίος έφερε πιστόλι, που σύμφωνα με μια μαρτυρία είχε μια μόνο σφαίρα, ο Δημήτριος Απανωμεριτάκης, ο οποίος έφερε πιστόλι και τουφέκι και ο Μιχαήλ Σηφάκης, ο οποίος έφερε τουφέκι. Εννοείται ότι τα παραπάνω όπλα ήταν πατρογονικά κειμήλια.
Οι μόνοι που ενεπλάκησαν στα γεγονότα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του επιζώντος Δημητρίου Ιωάννη Απανωμεριτάκη, στον οποίο μάλιστα έχει απονεμηθεί Μετάλλιο Τιμής, για τη συμμετοχή του στη Μάχη της Κρήτης, ήταν ο ίδιος και ο Μιχαήλ Γεωργίου Σηφάκης. Οι παραπάνω έφθασαν μέχρι την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, το νεκροταφείο των Περιβολίων, έλαβαν μέρος στη μάχη, η οποία έφθανε πλέον προς το τέλος της και, με τη βοήθεια και άλλων συμπολεμιστών τους, συνέλαβαν πέντε Γερμανούς, τους οποίους οδήγησαν και παρέδωσαν στο Σταθμό Χωροφυλακής Σπηλίου.
Απόκρυψη και προστασία συμμάχων μετά τη Μάχη της Κρήτης
Η Λαμπηνή απετέλεσε διαμετακομιστικό Σταθμό μετάβασης των συμμάχων στρατιωτών, οι οποίοι είχαν εγκλωβιστεί στο νησί, προς το Μοναστήρι και τη Λίμνη του Πρέβελη. Οι ξένοι που έφθασαν στο χωριό, Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί και Κύπριοι, φιλοξενήθηκαν στην αρχή, σύμφωνα και με τις υποδείξεις των ηλικιωμένων και ιδιαίτερα του Ιωάννη Εμμανουήλ Απανωμεριτάκη, ο οποίος διετέλεσε επί σειρά ετών Πρόεδρος της Κοινότητας, σε διάφορες αγροτικές περιοχές ή τοποθεσίες του χωριού. Τέτοιες ήταν τα Λοφιά, οι Αφρολάκκοι, οι Αρκαλές, της Μιχελιάς το Σπηλιάρι, του Γλαμπεδοκοκόλη το σπιτάκι, του Καβογιώργη το σπιτάκι, ο Τριαγγούρος, τα Βουλίσματα και το ρυάκι της Πέρα Βρύσης. Δεν υπήρξε καμιά ίσως οικογένεια, που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να μην προσέφερε τη φιλοξενία της στους δοκιμαζόμενους ξένους, όπως δεν υπήρξε, ίσως, ούτε μια οικογένεια, που να μην είχε τον εκπρόσωπό της ή να μη συνέβαλε, με τη μικρή ή τη μεγάλη προσφορά της, στην υπόθεση της Εθνικής Αντίστασης.
Ως συνοδοί των συμμάχων στρατιωτών προς την παραλία, η οποία είναι γνωστή με το όνομα Λίμνη ή σε τοποθεσίες που οδηγούσαν σ' αυτήν, έχουν εντοπιστεί οι Ιωάννης Γεωργίου Αντωνογιαννάκης, Αντώνιος Κωνσταντίνου Καλλι¬τσουνάκης, Ιωσήφ Ανδρέα Κελαϊδής, Χρήστος Στυλιανού Πενθερου¬δάκης, Στυλιανός Ιωάννη Περάκης και Μιχαήλ Γεωργίου Σηφάκης. Οι Αντώνιος Καλλιτσουνάκης και Χρήστος Πενθερουδάκης έλαβαν μέρος ο πρώτος σε δυο και ο δεύτερος σε τρεις αποστολές. Ο τελευταίος συνόδευσε ξένους στρατιώτες και αντίθετα, δηλαδή από το Φραττί προς τη Λαμπηνή, που δε στάθηκαν τυχεροί να τους παραλάβει το συμμαχικό υποβρύχιο που έφθανε στη Λίμνη.
Στο μεταξύ οι ξένοι που φιλοξενούνταν στο χωριό είχαν πια εξοικειωθεί με τους κατοίκους και άρχισαν να κινούνται στις παρυφές ή και στην κατοικημένη περιοχή του χωριού, χωρίς να λαβαίνουν τις απαραίτητες προφυλάξεις. Το Φθινόπωρο είχε ήδη προχωρήσει αρκετά και οι περισσότεροι δειπνούσαν τα βράδια σε σπίτια του χωριού και στη συνέχεια κατευθύνονταν για ύπνο στο ελαιοτριβείο, το οποίο διατηρούσαν οι κληρονόμοι του Δημητρίου Περράκη, στη Βορειοδυτική άκρη του χωριού, με το όνομα «Πέρα Μύλος», για να κοιμηθούν στην πυρήνα και να ζεσταθούν.
Ένα βράδυ του Νοεμβρίου του 1941 οι Γερμανοί, που είχαν πληροφορηθεί την ύπαρξη ξένων στρατιωτών, περικύκλωσαν το χωριό, οι κάτοικοι του οποίου είχαν αποκοιμηθεί βαριά. Το βράδυ αυτό πιθανολογείται ότι ήταν το βράδυ της 14ης ή το πολύ το βράδυ της 15ης Νοεμβρίου, γιατί οι ηλικιωμένοι στην αυθόρμητη διήγηση των γεγονότων μιλούν για Απόκριες. Η νύχτα είχε προχωρήσει πολύ, γιατί τόσο οι ιδιοκτήτες των ελαιοτριβείων, που λειτουργούσαν στο χωριό, όσο και οι μυλωνάδες είχαν ξυπνήσει και κατευθύνονταν ήδη προς τα ελαιοτριβεία. Στον ουρανό ταξίδευε ένα μισοφέγγαρο, που σου επέτρεπε να διακρίνεις τους ανθρώπους και τα πράγματα σε απόσταση περίπου εκατό μέτρων. Οι Γερμανοί που είχαν παραλάβει ως διερμηνέα το Γεώργιο Κουνδουράκη, από το χωριό Μιξόρρουμα, κατευθύνθηκαν προς το σπίτι του Αναστασίου Εμμανουήλ Απανωμεριτάκη, ο οποίος ήταν ο Πρόεδρος της Κοινότητας και αφού τον ξύπνησαν άρχισαν επιμελημένη έρευνα σε όλα τα σπίτια. Είναι γεγονός ότι ο Κουνδουράκης, πριν φθάσουν στο καθένα σπίτι, φώναζε δυνατά, ούτως ώστε οι χωριανοί να αντιληφθούν την παρουσία των Γερμανών και να λάβουν τα μέτρα τους. Είναι επίσης γεγονός ότι οι στρατιώτες που τον συνόδευαν, όντας οι περισσότεροι Αυστριακοί, επεδείκνυαν κάποια ελαστικότητα.
Παρ' όλα όμως αυτά, οι Γερμανοί ανακάλυψαν δυο Άγγλους στρατιώτες, που είχαν διανυκτερεύσει στην κουζίνα του σπιτιού του Χαράλαμπου Νικολάου Γλαμπεδάκη και συνέλαβαν και τους Άγγλους και τον ίδιο. Ανακάλυψαν επίσης, κάτω από το προσκέφαλο του Στυλιανού Ιωάννη Περάκη, ένα Γερμανικό πιστόλι «καρολάτο», μάρκας Luger, του οποίου προεξείχε το κορδόνι της λαβής και τον συνέλαβαν. Αυτός, λίγα μόλις μέτρα μετά την έξοδο από το σπίτι του, προσπάθησε να διαφύγει, γι' αυτό οι Γερμανοί τον έδεσαν πισθάγκωνα και τον εκτύπησαν άγρια.
Τέσσερις ακόμα οικογένειες διέτρεξαν πραγματικό κίνδυνο εκείνο το φοβερό βράδυ. Η πρώτη ήταν του Γεωργίου Ιωάννη Περδικάκη, που φιλοξενούσε δυο Άγγλους στρατιώτες, βαριά άρρωστους, η μαρτυρία λέει ότι έπασχαν από βρογχοπνευμονία, τους οποίους είχε περιποιηθεί η γυναίκα του η Βασιλική και τους είχε βάλει να ξαπλώσουν. Όταν η Βασιλική αντιλήφθηκε την άφιξη των Γερμανών, τους έκρυψε στον αχυρώνα και έβαλε να κοιμηθεί δίπλα τους το ένα από τα παιδιά της, το Στελή και του σύστησε να βήχει και αυτός, όταν θα άκουγε τους Άγγλους να βήχουν, για να νομίζουν οι Γερμανοί ότι αυτός ήταν άρρωστος.
Η δεύτερη ήταν η οικογένεια του Γεωργίου Νικολάου Γλαμπεδάκη, στο σπίτι της οποία φιλοξενούνταν, επί είκοσι μέρες, ένας Άγγλος στρατιώτης. Οι οικοδεσπότες, Γεώργιος Γλαμπεδάκης και η σύζυγός του Ευαγγελία, ανησύχησαν από το επίμονο γαύγισμα των σκύλων και έσπευσαν να τον κρύψουν στον αχυρώνα, ανοίγοντας ένα λάκκο στα άχυρα, στον οποίο χωρούσε το σώμα του. Το άνοιγμα του λάκκου το κάλυψαν με κλινοσκεπάσματα (πατανίες), πάνω στα οποία ξανατοπο¬θέτησαν άχυρα. Του υπέδειξαν να μείνει εκεί ακίνητος και άφωνος και έτσι, όταν οι Γερμανοί διενήργησαν την έρευνα, δεν αντιλήφθηκαν την παρουσία του.
Η τρίτη ήταν η οικογένεια του Ευστρατίου Ιωάννη Τζαγκαράκη, στο σπίτι της οποίας διανυκτέρευσε ο Νεοζηλανδός Arthur Lambert, με το ψευδώνυμο Θανάσης, ο οποίος έπασχε από ίκτερο και για το λόγο αυτό είχε μάλιστα δεχτεί την επίσκεψη του γιατρού Ανδρέα Σφηνιά, ο οποίος εκείνη την εποχή διέμενε στο Μιξόρρουμα. Ο Lambert, προερχόμενος από την περιοχή του Μάλεμε, είχε φθάσει μαζί με το Λοχία Reg Saunders, Αυστραλό και το Δεκανέα George Burgess, επίσης Αυστραλό, στα Λοφιά, όπου συνάντησαν το Στυλιανό Ιωάννη Περάκη και στη συνέχεια την αδελφή του Βασιλική, σύζυγο Ευστρατίου Τζαγκαράκη, η οποία τους οδήγησε, ύστερα από την πάροδο μερικών εβδομάδων, σε κοντινότερες προς το χωριό τοποθεσίες, για να είναι ευκολότερη η πρόσβαση και η φροντίδα. Σημειώνεται ότι εκείνη ακριβώς την περίοδο είχαν ειδοποιηθεί όλοι οι Βρετανοί στρατιώτες, από τον αρχηγό της Βρετανικής αποστολής, να συγκεντρωθούν στο Άνω Μέρος.
Ο Lambert κατάλαβε ότι οι Γερμανοί είχαν κυκλώσει το χωριό, από ένα πυροβολισμό που ακούστηκε και έσπευσε να εγκαταλείψει το σπίτι. Συναντήθηκε με τον Reg Saunders, που ερχόταν για να τον ειδοποιήσει και ένα άλλο Αυστραλό και κρύφτηκαν και οι τρεις μαζί στα ντουλάπια ενός ισογείου ερειπωμένου κτίσματος, χωρίς σκεπή, για πολλές ώρες, έχοντας κυριολεκτικά στα κεφάλια τους τις μπότες ενός Γερμανού στρατιώτη, που καθόταν στον ένα τοίχο, καθώς αυτός εφαπτόταν με το από πάνω χωράφι, με κρεμασμένα τα πόδια. Το πιθανότερο είναι ότι τα ντουλάπια ήταν εσοχές του τοίχου, στις οποίες τοποθετούνταν η τροφή, η οποία προοριζόταν για μεγάλα ζώα, κυρίως άλογα, οι γνωστές ματζαδούρες.
Η τέταρτη ήταν η οικογένεια του Στυλιανού Γεωργίου Πενθερουδάκη, στο σπίτι της οποίας υπήρχε ένα πολεμικό όπλο, κρεμασμένο σ' ένα ξύλινο στύλο, που εστήριζε ένα μεσοδόκι κι αυτό με τη σειρά του τις τάβλες του οντά. Ο Στυλιανός Πενθερουδάκης, η σύζυγος του οποίου (Ζαχαρένια) ήταν συνιδιοκτήτης του Πέρα Μύλου, είχε ξυπνήσει και κατευθυνόταν προς το ελαιοτριβείο. Όταν αντιλήφθηκε τους Γερμανούς, εγύρισε στο σπίτι του, ανέβασε το γιό του το Δημήτρη στα άχυρα και έκρυψε μέσα σ' αυτά το όπλο.
Οι ξένοι στρατιώτες, που διέμειναν εκείνο το βράδυ στον Πέρα Μύλο, ειδοποιήθηκαν από ένα άλλο συνιδιοκτήτη του ελαιοτριβείου, το Γεώργιο Δημητρίου Περράκη, ο οποίος κατευθυνόμενος σ' αυτό με τη φοράδα του συνάντησε τους Γερμανούς και έσπευσαν να το εγκαταλείψουν και να αναζητήσουν κρυψώνα ή δρόμο διαφυγής. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι και ο Αναστάσιος Εμμανουήλ Απανωμερι¬τάκης, πριν αναχωρήσει από το σπίτι του, πρόλαβε να πετάξει το όπλο του στο δώμα (χωμάτινη σκεπή) της κουζίνας του σπιτιού του.
Γύρω στις 10 το πρωί η επιχείρηση έληξε και οι Γερμανοί έφυγαν παίρνοντας μαζί τους ως κρατούμενους το Χαράλαμπο Νικολάου Γλαμπεδάκη, το Στυλιανό Ιωάννη Περάκη, τον Αναστάσιο Εμμανουήλ Απανωμεριτάκη, Πρόεδρο της Κοινό¬τητας, τους δυο Άγγλους που είχαν ανακαλύψει στο σπίτι του πρώτου και ένα τουλάχιστον ακόμη, το Δεκανέα George Burgess, τον οποίο είχαν συλλάβει. Τους ξένους στρατιώτες τους κράτησαν αιχμαλώτους και αργότερα είτε τους αποφυλάκισαν είτε απέδρασαν. Τους δικούς μας όμως τους φυλάκισαν αρχικά στις φυλακές του Ρεθύμνου και μετά στις φυλακές της Αγιάς και τους βασάνισαν σκληρά. Το Χαράλαμπο Νικολάου Γλαμπεδάκη και το Στυλιανό Ιωάννη Περάκη τους καταδίκασαν σε θάνατο και τους εκτέλεσαν στις 6 Φεβρουαρίου 1942, στο χωριό Μεσκλά Χανίων. Τον Αναστάσιο Εμμανουήλ Απανωμεριτάκη τον άφησαν ελεύθερο, αλλά του αφαίρεσαν το δικαίωμα να ασκεί τα καθήκοντα του Προέδρου της Κοινότητας.
Πολλοί από τους ξένους στρατιώτες που βρέθηκαν εκείνο το φοβερό βράδυ στο χωριό, όπως μαρτυρούν οι κάτοικοι του χωριού, ξαναπέρασαν από τη Λαμπηνή. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Arthur Lambert, ο οποίος πέρασε από το χωριό το 1942, θέλοντας να πληροφορηθεί για την τύχη του Στυλιανού Περάκη, του πρώτου Λαμπηθιανού που είχε γνωρίσει. Όταν πληροφορήθηκε το θάνατό του, έφυγε βαριά λυπημένος και συνέχισε την περιπλάνησή του στην Κρήτη. Το Μάιο του 1981 επανήλθε στη Λαμπηνή και φωτογραφήθηκε με την αδελφή του τη Βασιλική και με την Ειρήνη, σύζυγο Εμμανουήλ Καλλιτσουνάκη. Το 1991 περνώντας από την Αθήνα επισκέφθηκε την κόρη της Βασιλικής Ειρήνη, σύζυγο Νικολάου Περνιεντάκη. Το 2001 ξαναήλθε στην Κρήτη και χάρισε στην Ειρήνη Καλλιτσουνάκη το βιβλίο του, στο οποίο περιγράφει την προσωπική του περιπέτεια, τα πρόσωπα και τα γεγονότα που εμπλέκονται μ' αυτήν.
Η ευγνωμοσύνη όμως των συμμάχων, για την προστασία και τη βοήθεια, την οποία τους προσέφεραν οι Λαμπηθιανοί και γενικότερα οι Κρητικοί, εκφράζεται και επίσημα στο Πιστοποιητικό, το οποίο είχε απονεμηθεί στο Στυλιανό Κωνσταντίνου Κραουνάκη και αναφέρει σε μετάφραση τα εξής: «Το Πιστοποιητικό αυτό απονέμεται στο Στυλιανό Κωνσταντίνου Κραουνάκη ως δείγμα ευγνωμοσύνης και εκτίμησης για τη βοήθεια που εδόθη στους ναύτες, στρατιώτες και αεροπόρους της Βρετανικής Κοινοπολιτείας των Εθνών, η οποία τους κατέστησε ικανούς να αποδράσουν ή να αποφύγουν αιχμαλωσία από τον εχθρό.
Αλεξάντερ
Στρατάρχης
Ανώτατος Συμμαχικός Διοικητής 1939-1945 Μεσογειακού Μετώπου»
Όμηροι στη Γερμανία
Ο Ελευθέριος Νικολάου Νικηφοράκης, από τη Λαμπηνή, συνελήφθη, κατά το διάστημα της Γερμανικής κατοχής, να μεταφέρει δελτία πληροφοριών, τα οποία είχε κρύψει στο σαμάρι του ζώου, που χρησιμοποιούσε ως μεταφορικό μέσο. Βασανίστηκε άγρια και στάλθηκε όμηρος στη Γερμανία. Είχε την τύχη να γυρίσει ζωντανός.
Ποιοι θυσιάστηκαν στους αγώνες του Έθνους
1821-29 Ελληνική Επανάσταση
Οι σφαγιασθέντες και ολοκαυτωθέντες κάτοικοι του χωριού
1895-98 Κρητική Επανάσταση
1. Αντωνακάκης Γεώργιος
2. Μουζουράκης Αντώνιος
3. Μουζουράκης Σπυρίδων του Αντωνίου
1903-08 Μακεδονικός Αγώνας
1. Σηφάκης Μιχαήλ του Ιωσήφ
1912-13 Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος
1. Περάκης Κωνσταντίνος του Μάρκου
1914-18 Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
1. Περάκης Δημήτριος του Μάρκου
2. Τζαγκαράκης Χαράλαμπος του Ιωάννη
1919-22 Μικρά Ασία
1. Πενθερουδάκης Εμμανουήλ του Γεωργίου
2. Φουράκης Ευστράτιος του Μιχαήλ
1941-44 Γερμανική Κατοχή
1. Γλαμπεδάκης Χαράλαμπος του Νικολάου
2. Περάκης Στυλιανός του Ιωάννη
Πρόσωπα με τα οποία συνδέεται
Η Λαμπηνή είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του αείμνηστου δασκάλου και ποιητή Κώστα Απανωμεριτάκη (1917-2006), ο οποίος είχε βραβευτεί το 1966 με το πρώτο βραβείο στον παγκρήτιο διαγωνισμό της «Κρητικής Εστίας», με το ποίημά του «Κάλεσμα» (δημοτικό) και το 1979 με τον πρώτο έπαινο στον πανελλήνιο διαγωνισμό των «Κηφισίων», με το ποίημά του «Αναστάσιμο» (λυρικό).
Οι ποιητικές συλλογές του, που έχουν εκδοθεί, είναι οι παρακάτω:
- Αρκάδι, Ρέθυμνο 1966 (Έμμετρο Χρονικό της Θυσίας, που εκδόθηκε με αφορμή την επέτειο της πρώτης Εκατονταετηρίδας).
- Τραγούδια του Κρυφού Σκολειού, Ρέθυμνο 1976 (στην οποία περιέχονται τ' Αντιστασιακά του ποιήματα, που γράφτηκαν κυρίως την εποχή της Δικτατορίας).
- Ύμνος και Θρήνος, Ρέθυμνο 1978 (που ιστορεί το μαρτυρικό ολοκαύτωμα των κατοίκων του χωριού του, μέσα στην εκκλησία «της Παναγίας της Λαμπηνής»).
- Μνήμες και Φήμες, Αθήνα 1984 (ποίημα εμπνευσμένο και αυτό από το σφαγιασμό και την ολοκαύτωση των κατοίκων της Λαμπηνής).
- Το Μπλόκο, Ρέθυμνο 1986 (ποίημα αφιερωμένο στους εκτελεσμένους, τον Αύγουστο του 1944, στα χωριά του Κέντρους).
Ποιήματά του μπορεί να συναντήσει κανείς, από το 1955 ως το 1989, στις στήλες των ρεθεμνιώτικων εφημερίδων «Βήμα», «Κρητική Επιθεώρηση», «Ρεθεμνιώτικα Νέα», των κρητολογικών περιοδικών «Κρητική Εστία», «Προμηθεύς ο Πυρφόρος» κ.α.
Πολιτιστικά στοιχεία
Αρχαιολογικοί χώροι είναι η ίδια η εκκλησία «της Παναγίας της Λαμπηνής», ναός τοιχογραφημένος, αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου και ο επίσης τοιχογραφημένος ναός του Αγίου Γεωργίου.
O Ναός του Αγίου Γεωργίου
Αρχαιολογικό επίσης, αλλά και ανασκαφικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ερειπωμένος σήμερα οικισμός Λοφιά, ο οποίος βρίσκεται βορειοδυτικά της Λαμπηνής και ανήκει στη κτηματική της περιφέρεια. Από τον οικισμό αυτό σώζονται μόνο οι δυο εκκλησίες του: ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου και ο ναός του Αγίου Γεωργίου. Τα πρώτα ευρήματα, που δικαιολογούν το ανασκαφικό ενδιαφέρον, εντοπί¬ζο¬νται χρονικά γύρω στο 1930.
Ο χώρος στον οποίο ήταν τα Λοφιά
Το ετήσιο πανηγύρι του χωριού γίνεται στις 15 Αυγούστου. Ιδιαίτερα τιμάται κάθε χρόνο, στις 20 Ιανουαρίου, η επέτειος του Ολοκαυτώματος.
Θέματα τουριστικού και άλλου ενδιαφέροντος
Το σπουδαιότερο αξιοθέατο της Λαμπηνής είναι ο ίδιος ο οικισμός και η αρχιτεκτονική του. Τα στενά δρομάκια, οι γειτονιές και η πλατεία συνθέτουν ένα σύνολο εξωτερικών στοιχείων, που σε συνδυασμό με τον αρχαιολογικό χώρο του βυζαντινού ναού και τις περιπατητικές διαδρομές περιφερειακά του οικισμού, ανάμεσα στα πανύψηλα πλατάνια και τα δροσερά νερά της Πάνω, της Κάτω και της Πέρα Βρύσης, δημιουργούν ένα εκπληκτικό τοπίο, ιδιαίτερα ελκυστικό για τους επισκέπτες.
ΑΘΑΝ. Κ. ΑΠΑΝΩΜΕΡΙΤΑΚΗΣ
Βιβλιογραφία
Κ. Απανωμεριτάκης, Ύμνος και Θρήνος, Ανάτυπο από το περιοδικό Κρητική Εστία, Ρέθυμνο 1978.
Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, Του 1829 έτους, Έτος Δ΄, Αριθ. 33 (Ανατύπωση Αθήνα 1993).
Ε. Γ. Δημητρακάκης, Η Λαμπηνή, Το Χωριό – Το Ολοκαύτωμα – Ο τοιχογραφημένος Βυζαντινός Ναός της, Ανάτυπο εκ του περιοδικού Αμάλθεια, Άγιος Νικόλαος 1975.
Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος Πηνελόπης Δέλτα, Θεσσαλονίκη 1959.
Κ. Δ. Καλοκύρης, «Η Επισκοπή Λάμπης και η Παναγία η Λαμπηνή», Κρητικά Χρονικά 10 (1956), 305-316.
A. Lambert, Greece to Crete, Before and After, A Kiwi War Story, Whangarei, New Zealand 2001.
Ε.Σ. Λαμπρινάκης, Γεωγραφία της Κρήτης, Ρέθυμνα 1890.
Γ. Μάντακας, Κρήτες Μακεδονομάχοι 1903-1912, Κρήτη 1994.
Μ. Παπαδάκης, «Λαμπηνή. Το χωριό της θυσίας», Προμηθεύς ο Πυρφόρος Β΄ (1980), 177-191.
R. Pashley, Ταξίδια στην Κρήτη, Τόμος Α΄, Μετάφραση – Επιμέλεια: Δ. Γ. Γόντικα, Ηράκλειον Κρήτης 1991.
Υπουργείον Στρατιωτικών, Ειδική Επιτροπή Εκατονταετηρίδος, Αγώνες και Νεκροί 1830-1930, Εν Αθήναις 1930.
Νίκος Φασατάκης, Αγωνιστές και θύματα της τ. Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης (1866-1897), Αθήνα 2001.
Νίκος Ψιλάκης, Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, Τόμος Β΄, Ηράκλειο 1993.
Το όρος Κέρδος, στους πρόποδες του οποίου βρίσκεται η Κρύα Βρύση και ο ελαιώνας στην ενδιάμεση με τη Βουβάλα περιοχή, προσδιορίζουν τα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά του τόπου και καθόρισαν για αιώνες τους όρους της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής των κατοίκων. Το Κέρδος με την επιβλητική παρουσία του ορθώνεται απότομο προς βορράν σαν ένα γιγάντιο φυσικό τείχος. Φαίνεται δύσβατο και απόκρημνο, προσφέρεται όμως για ενδιαφέρουσες ορειβατικές διαδρομές σε όσους θέλουν να δοκιμάσουν τις φυσικές αντοχές τους, να ασκηθούν και να ανακαλύψουν τη γοητεία του ορεινού τοπίου. Στην Κρυοβρυσανή περιφέρεια του Κέρδους υπάρχουν 32 σπήλαια, 15 πηγές και αξιοσημείωτος πλούτος χλωρίδας και πανίδας (σφενδάμια, πουρνάρια, δάφνες, γεράκια, πέρδικες, αγριοπερίστερα, κουρσύνες, λαγοί κλπ).
Δείγματα της κτηνοτροφικής δραστηριότητας των παλαιότερων χρόνων είναι τα πολλά εγκαταλειμμένα μητάτα που βρίσκονται σε διάφορα μέρη του βουνού. Ακόμη σε πολλά σημεία της κορυφογραμμής του Κέρδους διατηρούνται τα λεγόμενα «πυργάρια», κυκλικά κτίσματα με διάμετρο 1,5 περίπου μέτρο και ανάλογο ύψος. Εκεί ανέβαινε όποιος ήθελε να μεταδώσει κάποιο μήνυμα με τη φωνή. Το μήνυμα μεταδιδόταν στο παρακείμενο –σε απόσταση 500 περίπου μέτρων – «πυργάρι» και ούτω καθεξής.
Ενδιαφέρουσα ανάβαση είναι αυτή που ξεκινά δυτικά του χωριού (τοποθεσία «Βίγλα») και από τον ικανοποιητικά χαραγμένο δρόμο ανεβαίνει στο βουνό ακολουθώντας τη διαδρομή:«Ρεστόβος»-«Κουρούποι»- «Χαλαστός» - «Απλούστης» - «Ποταμός» - «Βανιάκες» -«Βρουλές» - «Φράχτης» και κάθοδος από ανατολικά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη διαδρομή αυτή έχουν:
1)Το οροπέδιο στις «Βανιάκες» με τους εντυπωσιακούς «δέτες» δεξιά και αριστερά, την πηγή του νερού και την εξαιρετική θέα στη νότια πλευρά της Κρήτης και στο Λιβυκό πέλαγος.
2)Ο καταρράχτης «Ρέχτας» με άφθονη ροή κατά τη χειμερινή περίοδο. 3)Το σπήλαιο και το μητάτο στο «Χαλαστό», όπου και η πηγή με το γευστικότατο νερό που υδρεύει το χωριό. Από το σημείο αυτό ξεκινά ένα μικρό αλλά πανέμορφο φαράγγι, βατό σε ένα μέρος του, που καταλήγει στον απόκρημνο, κατακόρυφο «δέτη» της «Γρε Δάφνης» στους πρόποδες του βουνού. Έχει διαπιστωθεί από αρμόδιους ότι η «Γρε Δάφνη» προσφέρεται για όσους ασχολούνται με το ριψοκίνδυνο σπορ της αναρρίχησης.
Στην κάθοδο της διαδρομής που προαναφέρθηκε, παρεκκλίνοντας προς τις ανατολικές παρυφές του Κέρδους, συναντά κανείς το ύψωμα «Κάστελλος», στην κορυφή του οποίου υπάρχουν ερείπια, κατά μια εκδοχή, αρχαίας μινωϊκής ακρόπολης.
Επίσης η δυτική από την Κρύα Βρύση πλευρά του Κέδρους έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον αιωροπτεριστών, ως πεδίο κατάλληλο για το άθλημά τους.
Εκτός από όσα αναφέρθηκαν για το Κέδρος, αξιοθέατα μέσα στο χωριό είναι το μνημείο των θυμάτων της 22-8-1944, ο τεράστιος βράχος – ο «Χάρακας» - στη νότια μεριά, στοιχειωμένος κατά μια παράδοση, και η παλιά σκεπαστή βρύση με τις γούρνες για το πλύσιμο των ρούχων, τις ποτίστρες και το συνεχόμενο υδραγωγείο.
Η Κρύα Βρύση αποτελείται από δυο οικισμούς: την Πάνω (Παλαιά) Κρύα Βρύση και την Κάτω (Νέα) Βρύση, 1 χλμ περίπου νοτιότερα, που οικοδομήθηκε στα χρόνια 1946-1948, μετά τη καταστροφή του 1944 από τους Γερμανούς, με την προοπτική να μεταφερθεί στη θέση αυτή - «Συκιάς το νερό» - όλο το χωριό, πράγμα που για διάφορους λόγους δεν έγινε.
Το πότε και από ποιους κατοικήθηκε για πρώτη φορά το χωριό δεν είναι γνωστό, αλλά πιθανολογείται ότι αυτό συνέβη στα χρόνια της Ενετοκρατίας, καθώς δεν υπάρχουν ενδείξεις από τη Βυζαντινή ή παλαιότερη εποχή.
Η πρώτη γνωστή γραπτή μαρτυρία που αναφέρεται στην Κρύα Βρύση είναι από το 1583 στην απογραφή του Καστροφύλακα, οπότε φαίνεται να έχει 65 κατοίκους. Άλλη πληροφορία του 1659 αριθμεί σε 20 τα σπίτια του χωριού. Και στις δυο αυτές μαρτυρίες αναφέρονται μαζί και οι κοντινοί οικισμοί «Γέροντες» και «Κάτω Κέρας».
Η περιοχή δεν πρέπει να κατοικήθηκε ποτέ από ξένους κατακτητές Βενετούς ή Τούρκους. Το μαρτυρεί η έλλειψη σχετικών τοπωνυμιών ή άλλων αναφορών.
Η ονομασία «Κρύα Βρύση» οφείλεται στην πηγή με το λιγοστό αλλά παγωμένο νερό, που βρίσκεται στη νότια πλευρά του χωριού, στο βάθος ρεματιάς που σχηματίζεται από το ρυάκι που κατεβαίνει από τους πρόποδες του βουνού συνεχίζοντας το φαράγγι της «Γρε Δάφνης».
Στην περιφέρεια του χωριού υπάρχουν ίχνη (ερείπια) παλαιότερων οικισμών που σήμερα έχουν εγκαταλειφθεί, τα οποία φανερώνουν την έντονη ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα στην περιοχή κατά το παρελθόν. Στους οικισμούς αυτούς εκείνο που διατηρείται σήμερα – στις περισσότερες περιπτώσεις ύστερα από αναστήλωση – είναι ο ναός, μικρού μεγέθους σε κάθε περίπτωση, πράγμα που προφανώς έχει σχέση με τον αριθμό των κατοίκων της εποχής και τις δυνατότητές τους. Οι οικισμοί αυτοί είναι:
α) Το «Περαχώρι», νότια, στο ενδιάμεσο της απόστασης μεταξύ Παλαιάς και Νέας Κρύας Βρύσης.
β) Οι «Γέροντες», νότια, πεντακόσια περίπου μέτρα από τη Ν.Κρύα Βρύση.
γ) Ο «Άγιος Αντώνιος», Ν.Α, χίλια πεντακόσια περίπου μέτρα από την Π.Κρύα Βρύση.
δ) Ο «Κάτω Κέρας», Ν.Δ, δυο χιλιόμετρα περίπου από τη Ν.Κρύα Βρύση και
ε) Ο «Κλαπατάς», Ν.Α, τρία χιλιόμετρα περίπου από την Π.Κρύα Βρύση, δίπλα στο χωριό Ορνέ.
Εκτός από αυτά που προαναφέρθηκαν, ενδιάμεσα στοιχεία για την ιστορική παρουσία της Κρύας Βρύσης σε παλαιότερες εποχές δεν υπάρχουν. Πληροφορίες, γραπτές ή προφορικές σώζονται από τα χρόνια της επανάστασης του 1821 και μετά. Από εκεί και έπειτα είναι γνωστό ότι οι Κρυοβρυσανοί δίνουν συνεχώς το παρόν και με σημαντική προσφορά και θυσίες στους εθνικούς αγώνες. Πρώτη αναφορά γίνεται στον Ιωάννη Ασουμανάκη (γέρο-Ασουμανάκη), που το 1822 στη μάχη στο «Κακό Ρυάκι», δίπλα στις Μέλαμπες, είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, σκοτώνοντας τον αρχηγό των πολυπληθών Τούρκων Χάνιαλη, συμβάλλοντας έτσι στη συντριπτική ήττα τους. Την ίδια περίοδο σημαντική δράση έχει ένας άλλος Κρυοβρυσανός, ο Μανόλης Σκούληκας, σε πολεμικά γεγονότα στις περιοχές Ρεθύμνου και Ηρακλείου. Εκλέγεται μάλιστα και στρατιωτικός εκπρόσωπος της επαρχίας Αγίου Βασιλείου.
Την περίοδο των επαναστάσεων 1866-69 και 1878 η Κρύα Βρύση έχει και πάλι συμμετοχή με το «Κρυοβρυσανό μπαϊράκι». Εκείνη την εποχή πυρπολείται από τους Τούρκους μαζί με άλλα χωριά της επαρχίας. Αργότερα, στις επόμενες περιόδους οι Κρυοβρυσανοί συμμετέχουν και στις άλλες εθνικές εξορμήσεις (Μακεδονικός αγώνας, Βαλκανικοί πόλεμοι, Μικρασιατική εκστρατεία).
Μετά τον πόλεμο του ’40 και κατά τη γερμανική κατοχή οι κάτοικοι παίρνουν μέρος στην Αντίσταση, περιθάλποντας ξένους στρατιώτες, τροφοδοτώντας αντάρτες και συμμετέχοντας στο δίκτυο διακίνησης πληροφοριών. Αποτέλεσμα αυτών είναι η ολοκληρωτική καταστροφή στις 22-8-1944 από τους Γερμανούς και η εκτέλεση 35 ατόμων. Αυτή είναι και η σημαντικότερη στιγμή μέχρι σήμερα στην ιστορία του χωριού.
Σήμερα οι κάτοικοι της Κρύας Βρύσης είναι κατά την απογραφή του 2001, αλλά πολύ λιγότεροι στην πραγματικότητα. Όσοι μένουν εδώ ασχολούνται κυρίως με την ελαιοκομία και τη κτηνοτροφία, προσπαθούν να συντηρήσουν την παράδοση και τις μνήμες που τους εμπιστεύθηκαν οι παλαιότεροι και να διατηρήσουν, όσο γίνεται, ζωντανή στις σημερινές συνθήκες την παρουσία και την προοπτική του τόπου τους.
Πηγές: Θεοδ.Πελαντάκης: Το Κέντρος και η Κρύα Βρύση, 1980
Μιχ.Εμμ.Σκούληκας: Το όρος Κέδρος, 1999
Γέροντες, Κάτω Κέρας, Κρύα Βρύση, 2001
{highslide type="img" url="lambis/dd/kria-vrisi/kria-vrisi01.jpg" captionText="Κρύα Βρύση" display=none}
{/highslide}
Η Κρύα Βρύση βρίσκεται στη Ν.Α πλευρά της πρώην επαρχίας Αγίου Βασιλείου του Ν.Ρεθύμνης, στο ανατολικό διαμέρισμα του σημερινού Δήμου Λάμπης. Είναι χτισμένη στους νότιους πρόποδες του Κέδρους και σε υψόμετρο 520 μέτρων από τη θάλασσα.
Το προς βορράν ορεινό βραχώδες τοπίο της περιοχής μεταβάλλεται προχωρώντας νότια προς την ελαιόφυτη λεκάνη, που σχηματίζεται από το Κέρδος και τη Βουβάλα, το απέναντι βουνό. Η λεκάνη αυτή καταλήγει νοτιοανατολικά στην περιοχή του Πλατύ ποταμού, Νοτιοανατολικά επίσης, στο βάθος φαίνονται τα Αστερούσια όρη, η περιοχή γύρω από το Τυμπάκι, καθώς και το ύψωμα της Φαιστού. Νοτιοδυτικά, μέσα από το αντεστραμμένο οπτικό τρίγωνο που σχηματίζουν οι πλαγιές του Σιδερωτά και της Βουβάλας είναι ορατό ένα τμήμα του Λιβυκού πελάγους μέχρι τη Γαύδο.
Τα όρια του δημοτικού διαμερίσματος της Κρύας Βρύσης ορίζονται: Βόρεια από το Κέρδος και τις περιφέρειες των χωριών Βρύσες Αμαρίου και Άνω Μέρος, νότια από τη Βουβάλα και τις περιφέρειες των Μελάμπων και Σακτουρίων, ανατολικά από την περιοχή της Ορνές και την περιφέρεια των Μελάμπων και δυτικά από τον Ακουμιανό ποταμό και την περιοχή του Πλατανέ.
Από την Κρύα Βρύση περνά ο κεντρικός οδικός άξονας που συνδέει από το νότο το νομό Ρεθύμνης με το νομό Ηρακλείου. Απέχει 41 χιλιόμετρα από το Ρέθυμνο και περίπου 90 από το Ηράκλειο. Επίσης βρίσκεται σε απόσταση 14 χλμ από το Σπήλι, 12 χλμ από την Αγία Γαλήνη, 17χλμ από την παραλία του Αγίου Παύλου και 18 χλμ από την παραλία της Τριόπετρας. Έχει τακτική συγκοινωνιακή σύνδεση -συχνότερη τους θερινούς μήνες- με το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο.
«Η ΠΑΛΙΑ ΒΡΥΣΗ»
Κάτω από την κεντρική Πλατεία του χωριού και μεταξύ δύο αιωνόβιων πλατάνων βρίσκεται το παλιό υδραγωγείο ή παλιά βρύση, όπως χαρακτηριστικά λέγεται. Αποτελεί σπουδαίο έργο τέχνης με πλήθος διακοσμητικών στοιχείων.
ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΟΥ ΚΙΣΣΟΥ
Το σημερινό κτίριο που βρίσκεται σε νοτιοανατολικό σημείο του χωριού αποπερατώθηκε το έτος 1947 και τα περισσότερα χρόνια λειτουργούσε σαν μονοθέσιο. Σήμερα δεν λειτουργεί και οι μαθητές δημοτικού μεταφέρονται στο κοντινό Σπήλι.
ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΣΤΟΥΣ ΒΑΤΟΛΑΚΚΟΥΣ
Σε έκταση 600 περίπου στρεμμάτων, δημιουργήθηκε το 1985 από την Διεύθυνση Δασών Νομού Ρεθύμνης, ένα θαυμάσιο δάσος σε παραχωρηθείσα από την τότε Κοινότητα Κισσού έκταση. Η ποικιλία της χλωρίδας είναι μεγάλη, τόσο στα είδη των δένδρων που φυτεύθηκαν (Πεύκα, Κυπαρίσσια, Ακακίες κλπ.), όσο και στα αυτοφυή (Πρυνάρια, Αγριελιές και κάθε λογής θάμνοι και βότανα).
Τρεις εκκλησίες βυζαντινής εποχής με θαυμάσιες αγιογραφίες και η παλιά βρύση που βρίσκονται μέσα στο χωριό.
Η Μονή του Αγίου Πνεύματος και τα ξωκλήσια του χωριού:
- Αγίας Παρασκευής
- Αγίου Γεωργίου και
- Αγίου Νικολάου.
Στου Κισσού τον Κάμπο βρίσκονται δύο νεότευκτες εκκλησίες:
- ο κυρίως ναός του οικισμού που είναι αφιερωμένος στον Άγιο Βασίλειο και
- ο πετρόκτιστος ιδιωτικός ναός της Αγίας Θωμαϊδος.
Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ
Στη μέση του χωριού βρίσκεται ο ιερός ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ο οποίος είναι και ο ενοριακός ναός του χωριού. Έχει δώσει το όνομα του στην τοπική ενορία. Είναι δίκλιτος ναός, χωρίς τρούλο, καλαίσθητος και εξωραϊσμένος. Το νότιο κλίτος της Μεταμορφώσεως είναι κατάγραφο με αγιογραφίες.
Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του χωριού και εορτάζει στις 8 του Σεπτέμβρη, το Γεννέθλιο της Θεοτόκου. Διαθέτει αγιογραφίες και περίτεχνο καμπαναριό.
Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ
Δυτικά του χωριού ευρίσκεται ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, ο οποίος γιορτάζει στις 26 Σεπτεμβρίου. Εσωτερικά είναι κατάγραφος με αγιογραφίες, οι οποίες σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση και έχουν έντονη ζωηρή απόχρωση. Σημαντικό είναι ότι στο ναό αυτό υπάρχουν δύο στρώματα αγιογραφιών, γεγονός το οποίο διακρίνεται σε ορισμένα σημεία όπου έχει καταστραφεί το εξωτερικό στρώμα και αποκαλύπτεται το εσωτερικό.
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Η ίδρυση της Μονής Αγίου Πνεύματος χάνεται στα βάθη των αιώνων. Το πιθανότερο είναι ότι η ίδρυσή της ανάγεται κατά το τέλος της δευτεροβυζαντινής περιόδου (961-1204 μ.Χ.) ή κατά τα χρόνια της πρώιμης Ενετοκρατίας στην Κρήτη.
Αρκετά Ενετικά (νοταριανά) έγγραφα αναφέρονται στη μονή κατά τα έτη 1635 και 1640, δηλαδή πριν την τουρκοκρατία, τα οποία πιστοποιούν ότι το μοναστήρι βρισκόταν σε άνθηση και πλήρη λειτουργία κατά το χρονικό αυτό διάστημα. Το ίδιο πιστοποιεί, λίγο αργότερα, έγγραφο του 1658, του ιεροδικείου Ρεθύμνης, μιας και η Κρήτη βρισκόταν υπό τούρκικη κυριαρχία. Έκτοτε αρκετά έγγραφα – Σουλτανικά φιρμάνια και Συνοδικά Σιγγιλιώδη Πατριαρχικά γράμματα - έχουν εκδοθεί για θέματα που αφορούσαν το μοναστήρι, κάποια από τα οποία διασώθηκαν στο αρχείο της Ιεράς Μονής Πρέβελη.
Λειτουργούσε ως αυτόνομη ενοριακή Μονή από την ίδρυσή της μέχρι την 15η Ιουνίου 1821, ημέρα που γνώρισε την τουρκική θηριωδία, καθώς Αμπαδιώτες Τούρκοι σε επέλαση τους σφαγίασαν τους μοναχούς και πυρπόλυσαν το κτιριακό συγκρότημα. Υπήρξε, μάλιστα, η πρώτη Μονή, η οποία καταστράφηκε από τους Τούρκους κατά την επανάσταση του 1821 στην Κρήτη.
Το μοναστήρι – ακατοίκητο πια - προσαρτήθηκε ως Μετόχι στο πλησιέστερο και ισχυρότερο τότε μοναστήρι του Πρέβελη και το έτος 1836 υπό τη σοφή καθοδήγηση του Επισκόπου Λάμπης Νικοδήμου Σουμπασάκη ιδρύθηκε και λειτούργησε στο Άγιο Πνεύμα η περιώνυμη «Σχολή του Αγίου Πνεύματος», η οποία αναδείχθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα και μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα της τουρκοκρατούμενης Κρήτης κατά το 19ο αιώνα.
Η εμβέλεια του πνευματικού αυτού κέντρου εκτεινόταν από τη νήσο Γαύδο, σ’ολόκληρη την Επαρχία Σφακίων και Αγίου Βασιλείου. Ενίοτε κάλυπτε και τις ανάγκες των επαρχιών Καινουρίου, Πυργιωτίσσης, Αμαρίου και της περιοχής του δυτικού Ρεθύμνου. Χιλιάδες Κρητικόπουλα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας θήτευσαν στο σεπτό αυτό χώρο και τράφηκαν πνευματικά, σωματικά και ψυχικά.
Στον περιβάλλοντα χώρο της Μονής υπάρχει μνημείο πεσόντων προς τιμήν των διακοσίων εθελοντών αγωνιστών που έπεσαν ηρωικά πολεμώντας τους Τούρκους στις 5 Δεκεμβρίου 1868.
Ήταν το στρατιωτικό σώμα του Δημητρίου Πετροπουλάκη, που ήρθαν στην Κρήτη για να βοηθήσουν τους επαναστατημένους Κρητικούς.
Πρόσφατα, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λάμπης Συβρίτου και Σφακίων κ.κ. Ειρηναίος έκανε πράξη την επανίδρυση της μονής. Γίνονται συνεχείς προσπάθειες για την αναστύλωση και πλήρη λειτουργία της Μονής.
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
Βρίσκεται σε μία μαγευτική τοποθεσία, κοντά σε πηγή με κρυστάλλινο παγωμένο νερό. Ανακαινίσθηκε το 2003 με προσφορές και κάθε είδους βοήθεια των κατοίκων του χωριού.
{highslide type="img" url="lambis/dd/kissos/kissos01.jpg" captionText="Κισσός" display=none}
{/highslide}
Χωριό του Δήμου Λάμπης, σε απόσταση 33 χιλιομέτρων από το Ρέθυμνο και σε υψόμετρο 640 μέτρων. Το Τοπικό Διαμέρισμα Κισσού αποτελείται από δύο οικισμούς (Κισσός και Κισσού Κάμπος).
Ιδρύθηκε γύρω στον 9ο – 10ο αιώνα και πήρε το όνομά του από τους πολλούς πετροκισσούς που υπάρχουν στην περιοχή. Το 1583 αναφέρεται από τον Καστροφύλακα με 222 κατοίκους, το 1884 στο Δήμο Αγίου Πνεύματος (είχε έδρα τον Άρδακτο) με 181 Χριστιανούς και 27 Τούρκους και το 1900 με 214 κατοίκους.
Το 1928 υπάγεται στην κοινότητα Αρδάκτου με 247 κατοίκους και από το 1935 ιδρύεται ομώνυμη κοινότητα που περιλαμβάνει και του Κισσού τον Κάμπο. Το 1940 είχε 254 κατοίκους, το 1971 είχε 214, και το 1981 είχε 177 κατοίκους σύμφωνα με τις εκάστοτε απογραφές.
Βρισκόταν σε ακμή την Β’ Βυζαντινή περίοδο, όπως μαρτυρούν τα πολλά μνημεία που υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι περισσότεροι Χριστιανοί κάτοικοι του εγκαταστάθηκαν κυρίως στην συνοικία Πέρα Ρούγα.
Ο οικισμός Κισσού Κάμπος άρχισε να δημιουργείται μετά την κατασκευή του Επαρχιακού δρόμου (περί το 1930) και τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει αξιόλογη οικοδομική δραστηριότητα.
Το κλίμα του χωριού είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό με ελάχιστη υγρασία. Αυτό σε συνδυασμό και με τις πάμπολλες φυσικές ομορφιές, τα μνημεία και τη μοναδική θέα του χωριού, έχουν ως αποτέλεσμα το έντονο ενδιαφέρον ξένων παραθεριστών να αποκτήσουν εκεί μία κατοικία.